Θέλω να φύγω, αλλά δεν μπορώ: όταν μια σχέση ή ένας γάμος κρατιέται από ενοχή, φόβο και λύπηση
Υπάρχουν σχέσεις και γάμοι που δεν κρατιούνται πια από αγάπη, χαρά, εμπιστοσύνη ή πραγματική συντροφικότητα. Κρατιούνται από κάτι πολύ πιο βαρύ: από ενοχή, φόβο και λύπηση.
Ο ένας άνθρωπος μέσα στη σχέση μπορεί να μην είναι καλά ψυχικά. Μπορεί να έχει διάγνωση. Μπορεί να υπάρχει κατάθλιψη, άγχος, εξάρτηση, συναισθηματική αστάθεια, έντονες μεταπτώσεις ή μια γενική ψυχική δυσκολία που βαραίνει όλη τη σχέση.
Μπορεί όμως και να μην υπάρχει καμία επίσημη διάγνωση. Να μην έχει πάει ποτέ σε ειδικό, να μην υπάρχει γνωμάτευση, να μην υπάρχει θεραπευτικό ιστορικό. Και παρ’ όλα
αυτά, μέσα στη σχέση να υπάρχει συνεχής ένταση, ενοχή, ψυχολογική πίεση, έλεγχος, χειρισμός, φόβος ή μια καθημερινότητα που κουράζει και διαλύει σιγά σιγά τον άλλον.Και τότε ο άνθρωπος που θέλει να φύγει μπαίνει σε ένα βασανιστικό δίλημμα:
«Θέλω να φύγω, αλλά δεν μπορώ. Τον λυπάμαι. Τη λυπάμαι. Δεν είναι καλά. Αν φύγω, τι θα απογίνει; Αν καταρρεύσει; Αν μείνει μόνος; Μήπως είμαι σκληρός άνθρωπος που σκέφτομαι να φύγω;»
Αυτό το δίλημμα το ζουν πολλοί άνθρωποι σιωπηλά. Δεν το λένε εύκολα, γιατί φοβούνται ότι θα παρεξηγηθούν. Φοβούνται ότι θα φανούν άκαρδοι. Φοβούνται ότι οι άλλοι θα τους πουν: «Τώρα βρήκες να φύγεις; Τώρα που ο άνθρωπος δεν είναι καλά;»
Έτσι μένουν.
Όχι επειδή είναι ευτυχισμένοι.
Όχι επειδή η σχέση τους γεμίζει.
Όχι επειδή βλέπουν πραγματικό μέλλον.
Αλλά επειδή φοβούνται να φύγουν.
Επειδή λυπούνται.
Επειδή νιώθουν υπεύθυνοι για την ψυχική κατάσταση του άλλου.
Όμως εδώ χρειάζεται να ειπωθεί κάτι καθαρά:
Άλλο η αγάπη, άλλο η συμπόνια και άλλο η αιχμαλωσία.
Η λύπηση δεν μπορεί να γίνει τρόπος ζωής
Το να λυπάσαι έναν άνθρωπο δεν είναι κακό. Δείχνει ευαισθησία. Δείχνει ότι βλέπεις τον πόνο του άλλου. Δείχνει ότι δεν θέλεις να τον πληγώσεις.
Όμως η λύπηση δεν μπορεί να είναι ο βασικός λόγος που μένεις σε μια σχέση.
Γιατί τότε παύεις σιγά σιγά να είσαι σύντροφος. Γίνεσαι φροντιστής, σωτήρας, φύλακας, άνθρωπος που πρέπει να αντέχει τα πάντα για να μη διαλυθεί ο άλλος.
Μετράς τις λέξεις σου. Κρύβεις τις ανάγκες σου. Αναβάλλεις τη δική σου ζωή. Λες «θα φύγω αργότερα», αλλά το αργότερα δεν έρχεται ποτέ. Πάντα υπάρχει μια νέα κρίση, μια νέα ενοχή, μια νέα δυσκολία, ένας νέος φόβος.
Και έτσι περνούν μήνες, χρόνια, ολόκληρη ζωή.
Όμως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι η μοναδική θεραπεία ενός άλλου ανθρώπου.
Μπορείς να στηρίξεις. Μπορείς να σταθείς ανθρώπινα. Μπορείς να ενθαρρύνεις τον άλλον να ζητήσει βοήθεια. Αλλά δεν μπορείς να ζήσεις αντί γι’ αυτόν.
Και δεν μπορείς να πεθάνεις ψυχικά για να τον κρατήσεις όρθιο.
Διάγνωση ή όχι, σημασία έχει τι ζεις μέσα στη σχέση
Η ύπαρξη διάγνωσης χρειάζεται σεβασμό. Δεν στιγματίζουμε έναν άνθρωπο επειδή έχει ψυχική δυσκολία. Δεν τον μειώνουμε. Δεν τον κοροϊδεύουμε. Δεν χρησιμοποιούμε την κατάστασή του για να τον ακυρώσουμε.
Ένας άνθρωπος μπορεί πραγματικά να υποφέρει. Μπορεί να έχει κατάθλιψη, άγχος, τραύμα, εξάρτηση ή άλλη ψυχική δυσκολία.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δικαιολογούνται όλα.
Η ψυχική δυσκολία μπορεί να εξηγεί κάποια πράγματα. Μπορεί να εξηγεί τη θλίψη, την απόσυρση, την κόπωση, τις μεταπτώσεις, την αδυναμία. Δεν δικαιολογεί όμως το να ζει ο άλλος συνεχώς μέσα στην ενοχή, στον φόβο, στην πίεση ή στην αίσθηση ότι πρέπει να ακυρώσει τον εαυτό του.
Από την άλλη, η απουσία διάγνωσης δεν σημαίνει ότι η σχέση είναι υγιής.
Μπορεί να μην υπάρχει κανένα χαρτί γιατρού και όμως ο άνθρωπος δίπλα σου να σε φθείρει ψυχολογικά. Να σε γεμίζει τύψεις. Να σου φορτώνει όλη την ευθύνη. Να σε κάνει να νιώθεις ότι αν φύγεις, θα φταις για όλα. Να σε κρατάει κοντά του όχι με αγάπη, αλλά με φόβο.
Άρα το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Έχει διάγνωση;»
Το βασικό ερώτημα είναι:
«Εγώ τι ζω μέσα σε αυτή τη σχέση;»
Ζω ή απλώς επιβιώνω;
Αναπνέω ή προσέχω συνεχώς να μη γίνει κρίση;
Μένω επειδή αγαπώ ή επειδή φοβάμαι;
Υπάρχει σχέση ή υπάρχει ψυχολογική αιχμαλωσία;
Η ψυχολογική πίεση δεν φαίνεται πάντα
Δεν χρειάζεται να υπάρχει σωματική βία για να διαλύεται ένας άνθρωπος. Πολλές φορές αυτό που τον διαλύει είναι η καθημερινή ψυχολογική πίεση.
Να φοβάται να μιλήσει.
Να νιώθει τύψεις για κάθε δική του ανάγκη.
Να ακούει ή να αισθάνεται ότι «αν φύγεις, θα καταστραφώ».
Να νιώθει υπεύθυνος για την ψυχική επιβίωση του άλλου.
Να μη χαίρεται πια.
Να μη σχεδιάζει.
Να μη νιώθει ελεύθερος ούτε μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Αυτή η κατάσταση μπορεί να μη φαίνεται στους έξω. Μπορεί οι άλλοι να λένε «μια χαρά είστε». Όμως ο άνθρωπος που το ζει ξέρει. Ξέρει ότι έχει αρχίσει να μικραίνει. Ξέρει ότι δεν μένει πια επειδή θέλει, αλλά επειδή φοβάται τι θα συμβεί αν σταματήσει να αντέχει.
Και αυτό είναι βαθιά ψυχική παγίδευση.
Όταν υπάρχουν παιδιά ή οικογένεια
Αν υπάρχουν παιδιά, μικρά ή μεγάλα, η απόφαση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Ο άνθρωπος σκέφτεται τις συνέπειες, την οικογένεια, την εικόνα, το πώς θα το πάρουν οι άλλοι.
Αυτό χρειάζεται σοβαρότητα. Δεν φεύγει κανείς παρορμητικά, χωρίς σκέψη και χωρίς ευθύνη.
Αλλά τα παιδιά ή η οικογένεια δεν πρέπει να γίνονται μόνιμη δικαιολογία για να μένει ένας άνθρωπος σε μια σχέση που τον καταστρέφει ψυχικά. Μια ψεύτικη εικόνα οικογένειας δεν σημαίνει απαραίτητα υγεία. Μερικές φορές απλώς κρύβει μια βαθιά δυστυχία.
Όταν υπάρχουν παιδιά ή οικογενειακές ευθύνες, χρειάζεται περισσότερη προσοχή, καλύτερο σχέδιο και περισσότερη ωριμότητα.
Όχι όμως μόνιμη αυτοθυσία.
Μπορώ να φύγω χωρίς να γίνω σκληρός
Πολλοί άνθρωποι μπερδεύουν τη φυγή με την εγκατάλειψη.
Λένε: «Αν φύγω, τον εγκαταλείπω.»
Όχι πάντα.
Εγκατάλειψη είναι να φύγω αδιάφορα, σκληρά, χωρίς καμία συνείδηση του τι αφήνω πίσω.
Υπεύθυνη αποχώρηση είναι να δω καθαρά την πραγματικότητα. Να μη συνεχίζω ένα ψέμα. Να ζητήσω βοήθεια όπου χρειάζεται. Να ενημερώσω ανθρώπους που πρέπει να γνωρίζουν. Να φροντίσω η μετάβαση να μη γίνει μέσα στο χάος. Να προστατεύσω και τον εαυτό μου και όσους επηρεάζονται.
Μπορείς να φύγεις χωρίς να μισείς.
Μπορείς να φύγεις χωρίς να εκδικηθείς.
Μπορείς να φύγεις χωρίς να ακυρώσεις τον πόνο του άλλου.
Αλλά μπορείς να φύγεις.
Γιατί το να νοιάζεσαι για έναν άνθρωπο δεν σημαίνει ότι πρέπει να θαφτείς δίπλα του.
Η ενοχή δεν είναι πάντα συνείδηση
Πολλές φορές νομίζουμε ότι η ενοχή μας δείχνει το σωστό. Δεν ισχύει πάντα.
Η συνείδηση λέει: «Φέρσου ανθρώπινα.»
Η ενοχή λέει: «Μη φύγεις ποτέ.»
Η συνείδηση λέει: «Μην πληγώσεις χωρίς λόγο.»
Η ενοχή λέει: «Καλύτερα να πληγώνεσαι εσύ για πάντα.»
Η συνείδηση λέει: «Ζήτησε βοήθεια, στάσου με ευθύνη.»
Η ενοχή λέει: «Αν σώσεις τον εαυτό σου, είσαι κακός άνθρωπος.»
Εκεί χρειάζεται διάκριση.
Το ότι πονάς για κάποιον δεν σημαίνει ότι πρέπει να χαθείς μαζί του.
Το ότι τον λυπάσαι δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάνεις τη λύπηση τρόπο ζωής.
Το ότι κάποιος σε χρειάζεται δεν σημαίνει ότι έχει δικαίωμα να σε κρατάει αιχμάλωτο.
Και το ότι κάποιος δεν είναι καλά δεν σημαίνει ότι εσύ πρέπει να πάψεις να υπάρχεις.
Το τελικό ερώτημα
Αν βρίσκεσαι σε μια σχέση που κρατιέται από ενοχή, φόβο και λύπηση, μην απαντήσεις βιαστικά μόνο στο ερώτημα: «Να μείνω ή να φύγω;»
Ρώτησε πρώτα:
Μένω επειδή αγαπώ ή επειδή φοβάμαι;
Μένω επειδή υπάρχει σχέση ή επειδή νιώθω υπεύθυνος για την κατάρρευση του άλλου;
Μένω επειδή υπάρχει ελπίδα ή επειδή δεν αντέχω την ενοχή;
Μένω επειδή το θέλω ή επειδή φοβάμαι τι θα γίνει αν φύγω;
Και κυρίως:
Αυτό που ζω είναι σχέση ή αιχμαλωσία;
Δεν είναι όλες οι σχέσεις που κρατιούνται ζωντανές. Μερικές απλώς δεν έχουν τολμήσει ακόμη να τελειώσουν.
Όμως η ζωή ενός ανθρώπου δεν μπορεί να γίνεται αιώνιο ενέχυρο στον πόνο ενός άλλου.
Μπορώ να λυπάμαι έναν άνθρωπο.
Μπορώ να τον νοιάζομαι.
Μπορώ να μη θέλω να τον πληγώσω.
Μπορώ να φερθώ με ευθύνη.
Μπορώ να ζητήσω βοήθεια.
Αλλά δεν μπορώ να θάψω ολόκληρη τη ζωή μου για να μη νιώσει εκείνος μόνος.
Γιατί η αληθινή ευθύνη δεν είναι να μείνεις πάση θυσία.
Η αληθινή ευθύνη είναι να δεις την πραγματικότητα καθαρά, να μη βλάψεις, να μη βλαφτείς, να ζητήσεις βοήθεια όπου χρειάζεται και να πάρεις αποφάσεις όχι από πανικό, όχι από ενοχή, όχι από φόβο — αλλά από αλήθεια.
Θοδωρής Ξενιτόπουλος
